Από την “πολιτική της δυσαρέσκειας” στη “συνταγματική αιχμαλωσία”

Του Στράτου Γεραγώτη

Η δυσαρέσκεια σαρώνει σε όλη την Ευρώπη. Ωστόσο, η ίδια η έννοια, οι συνέπειές της και το modus operandi, δεν είναι καθόλου σαφείς. Εξακολουθούμε να μην έχουμε ένα στέρεο εννοιολογικό πλαίσιο για να την αντιμετωπίσουμε. Το ξύσιμο της επιφάνειας μας δίνει μόνον μια διαισθητική κατανόηση του όρου και την εξισώνει με την πολιτική της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης και της εξέγερσης ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική. Ωστόσο, η αμφισβήτηση και η ίδια η σύγκρουση αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα μιας δημοκρατικής διαδικασίας καθώς και η ανοιχτή δημόσια αντιπαράθεση για το λόγο ότι οι διαφορετικές απόψεις του κόσμου ανταγωνίζονται μεταξύ τους για λαϊκή προσοχή και υπεροχή . Με αυτή την παραδοσιακή έννοια, η δυσαρέσκεια συχνά αναλύεται μαζί με τον λαϊκισμό και οι δύο αυτές έννοιες χρησιμοποιούνται ακόμη και εναλλακτικά. Ακριβώς όπως ο λαϊκισμός, η δυσαρέσκεια δεν είναι μόνο αντι-ελιτιστική, αλλά και αντιπλουραλιστική, δύο γνωστά χαρακτηριστικά ως συστατικά του λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός απευθύνεται στη δυσαρέσκεια αποκλείοντας τους άλλους από τον “λαό”, αυξάνοντας την καχυποψία και την αβεβαιότητα, καλλιεργώντας θεωρίες συνωμοσίας.

Η δυσαρέσκεια δεν λειτουργεί ποτέ μόνη της. Είναι πάντα μια συνάρτηση, ένας συνδυασμός, είναι πολιτισμός, μια εσωτερική πολιτική. Λειτουργεί διαφορετικά σε διαφορετικά περιβάλλοντα και εκδηλώνεται με διαφορετικές μορφές: για παράδειγμα το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, η άνοδος του Σύριζα στην εξουσία ενός περιθωριακού λαϊκίστικου κόμματος στην Ελλάδα , γενικότερα τα αντιευρωπαϊκά συναισθήματα σε όλη την ήπειρο, η άνοδος των δεξιών κομμάτων στην Ιταλία , την Γερμανία, την Αυστρία και τη Γαλλία, την εξάπλωση του λόγου του μίσους και τον αποκλεισμό του “άλλου” καθώς και την απενεργοποίηση των συνταγματικών ελέγχων και των ισορροπιών και την ανάληψη του κράτους με το POLEXIT στην Πολωνία.

Εδώ η λογική πίσω από τη δυσαρέσκεια – δυσπιστία – λειτουργεί διαφορετικά, με διαφορετική ένταση, συνέπειες και μεθόδους ανάλογα με την περίπτωση. Η δυσαρέσκεια μετατρέπει την παραδοσιακή κατανόηση των συγκρούσεων. Οι δημοκράτες πολιτικοί ανταγωνίζονται με τα δικά τους οράματα για την κοινωνία και την πολιτική και για το σκοπό αυτό οι αξιώσεις τους διαμορφώνονται αντιπροσωπευτικά , πάντοτε μέσα από την γλώσσα της “πιθανότητας” για να περιγράψουν και να προτείνουν τις εναλλακτικές λύσεις τους προς το status quo. Είναι έτοιμοι να τις υποβάλλουν υπό συνταγματικό έλεγχο μέσω διαδικασιών και εκλογών και, το σημαντικότερο, είναι έτοιμοι να δεχτούν την αποτυχία και να επιστρέψουν … με καλύτερες εναλλακτικές λύσεις. Το σύνταγμα εξασφαλίζει το πολιτικό πεδίο και πλαισιώνει αυτή την ατέλειωτη αμφισβήτηση και αγωνίζεται για ένα εύρυθμο πολιτικό status . Αυτό κάνει τη δημοκρατία ζωντανή και δυναμική. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικοί που βασίζονται στη δυσαρέσκεια αντιμετωπίζουν τους ισχυρισμούς τους για τα θεμελιώδη ζητήματα με απόλυτο τρόπο , δίχως περιθώριο κριτικής και αμφισβήτησης. Οι ισχυρισμοί τους δεν μπορούν να κριθούν ως “αληθείς ” και “ψευδείς ” λόγω της ηθικής τους διάστασης. Οι ισχυρισμοί τους είναι πάντα οι καλύτεροι και δεν είναι ανοιχτοί για περαιτέρω αμφισβητήσεις.

Μέχρι εδώ καλά. Υποστηρίζω ωστόσο ότι η μετάβαση από την «δυσαρέσκεια» ως ένα συναίσθημα απόρριψης και κριτικής του μη ικανοποιητικού status quo στην πιο τυποποιημένη και θεσμοθετημένη «πολιτική της δυσαρέσκειας» είναι καθοριστικής σημασίας για την κατανόησή μας για την άνοδο των λαϊκίστικων αφηγήσεων τύπου Σύριζα στην Ελλάδα καθώς και των άλλων στην Ευρώπη. Μας δίνει την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τη δυσαρέσκεια με πιο εννοιολογικούς όρους . Μόνη της η δυσαρέσκεια είναι ένα συναίσθημα που χρήζει συνταγματικής διδασκαλίας και η «πολιτική της δυσαρέσκειας και δυσπιστίας » προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση στον λαϊκισμό:  ένα συνταγματικό δόγμα που ανταγωνίζεται τον κυρίαρχο φιλελεύθερο συνταγματισμό (για περαιτέρω διευκρίνιση βλέπε Stratos Geragotis , Le concours des organes politique et juridictionnel à  la garantie des droits, Jus Politicum , Revue de droit politique , Bruxelles , 2006 pg 121-147 ) ενισχύοντας την υπόσχεση των λαϊκιστικών αφηγήσεων . Το δόγμα της πολιτικής της δυσαρέσκειας κυμαίνεται από την αδιάκοπη κατάχρηση των συνταγματικών ρυθμίσεων μέχρι την απόλυτη απόρριψη του συντάγματος .

Εδώ η άσκηση κριτικής είναι ένας ενωτικός παράγοντας και για τις δύο προσεγγίσεις . Αυτό που διακρίνει το ένα από το άλλο είναι πόσο βαθιά είναι η συνταγματική ταπείνωση . Στην πρώτη περίπτωση, δεδομένης της έλλειψης συνταγματικής πλειοψηφίας, το Σύνταγμα απαλλάσσεται από το per fas et nefas παραβλέποντας τις σαφείς διατάξεις του ή υιοθετώντας κανονισμούς που δεν συνάδουν με το πνεύμα του συντάγματος. Με τη συνταγματική αναθεώρηση , μια τέτοια αντισυνταγματική πρακτική γίνεται συνήθης. Στην τελευταία περίπτωση, η πολιτική της δυσαρέσκειας καταφεύγει στο τελευταίο της όπλο και υιοθετεί ένα νέο σύνταγμα που αντικατοπτρίζει και εδραιώνει την νέα αφήγηση. Μια από τις αρχές της νέας αφήγησης της «πολιτικής της δυσαρέσκειας» είναι η απόλυτη απόρριψη του φιλελεύθερου κράτους δικαίου. Διαστρεβλώνει τις διαδικασίες επικοινωνίας μεταξύ των εκπροσώπων του λαού και του ίδιου του λαού. Είναι μια ανεπιθύμητη τεχνική που, στην καλύτερη περίπτωση, προστατεύει τις “ελίτ” ενώ καταπιέζει τους “απλούς ” ανθρώπους. Ως εκ τούτου, πρέπει να αναδιαμορφωθεί και να αξιοποιηθεί ώστε να καταστεί δυνατή και να προστατευθεί η λήψη αποφάσεων που θα αντικατοπτρίζει τελικά την” καθαρή κυριαρχία” του λαού.

Αυτό που πραγματικά διαφοροποιεί την πολιτική της δυσαρέσκειας από την απλή αμφισβήτηση και τη δυσαρέσκεια με το status quo είναι η προσφυγή στη «συνταγματική αιχμαλωσία » ως εργαλείο για να αναδιαμορφώσει το κράτος και να καταργήσει την μέχρι τώρα δεσπόζουσα (και φερόμενη) ως αποτυχημένη φιλελεύθερη αφήγηση. Η “συνταγματική αιχμαλωσία ” είναι μια γενική και πρωτότυπη αντίληψη (οι Αμερικανοί μελετητές την ονομάζουν συνταγματική οπισθοδρόμηση ). Αποτελεί μια συστηματική αποδυνάμωση των ελέγχων και των ισορροπιών και την ενδυνάμωση της εξουσίας, καθιστώντας δύσκολες τις μελλοντικές αλλαγές στην εξουσία. Η συνταγματική αιχμαλωσία  έχει μέσα της ένα σύστημα διαρροής και για τον λόγο αυτό έχει πανευρωπαϊκές αρνητικές συνέπειες . Ταξιδεύει σε χρόνο και χώρο. Η σχέση Τουρκίας – Ουγγαρίας – Πολωνίας αποτελεί ένα παράδειγμα και δείχνει πώς οι νέοι εξουσιαστές μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον . Καθώς δεν υπάρχει χώρος για βέτο που να προέρχεται από οποιοδήποτε θεσμικό όργανο εκτός από τα κοινοβούλια, η πολιτική της δυσαρέσκειας στοχεύει σε θεσμούς που διαφορετικά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα φρένο στη δύναμη των εκπροσώπων του λαού.

Το επιχείρημά μου είναι ότι αυτή η πολιτική της δυσαρέσκειας θέτει υπό αμφισβήτηση τις ίδιες τις δεσμεύσεις της . Χτυπά στον πυρήνα του κοινωνικού ιστού: μιλάει εξ ονόματος του λαού και ταυτόχρονα προσδιορίζει τον λαό και η άποψή μου είναι ότι η πολιτική που βασίζεται στην δυσαρέσκεια και στην δυσπιστία είναι πολύ πιο επικίνδυνη τόσο για τα ίδια τα κράτη μέλη όσο και για την ΕΕ, απ’ ότι η κρίση του ευρώ, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση, που είναι αποτέλεσμα πολιτικών εσφαλμένων εκτιμήσεων και παραλείψεων. Εδώ οι προκλήσεις αφορούν τον επαναπροσανατολισμό της ηγεσίας και της πολιτικής. Η κατάσταση εδώ είναι εντελώς διαφορετική. Οι προκλήσεις που προέρχονται από την πολιτική της δυσαρέσκειας είναι θεμελιώδεις και υπαρξιακές, καθώς διακυβεύεται η ίδια η σπονδυλική στήλη της ΕΕ (κράτος δικαίου και δημοκρατία). Θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που έχει καθορίσει το ευρωπαϊκό σχέδιο από την ίδρυσή του. Η εμπιστοσύνη αυτή βασίστηκε πάντοτε στη σύγκλιση μεταξύ των θεμελιωδών αξιών των κρατών μελών και των νομικών τους τάξεων, αφενός, και των θεμελίων της έννομης τάξης της Ένωσης, αφετέρου. Στην τελευταία περίπτωση, η ΕΕ πρέπει να θεωρηθεί ως ένα σύνολο, ως συλλογικότητα πέρα από το σύνολο των κρατών, κάτι περισσότερο από το άθροισμα των τμημάτων της. Όπως τόνισε ένας από τους ιδρυτές των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, ο P. Pescatore: η υπερεθνικότητα έχει βασιστεί στην ιδέα της «τάξης που καθορίζεται από την ύπαρξη κοινών αξιών και συμφερόντων».

Οι παλαιότερες ευρωπαϊκές κρίσεις ισχυροποίησαν τα ευρωπαϊκά κράτη προς την κατεύθυνση της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ΕΕ. Ωστόσο, οι παρελθούσες κρίσεις δεν αμφισβήτησαν ποτέ την αλληλεπικαλυπτόμενη ευρωπαϊκή συναίνεση γύρω από ένα ευρύ κοινό πολιτικό όραμα της Ευρώπης. Η συνταγματική αιχμαλωσία που βασίζεται στη δυσαρέσκεια σε αρκετά μέλη της ΕΕ με την άνοδο των λαϊκιστών υπονομεύει την ίδια την ιδέα της Ευρώπης και τις αρχές του φιλελευθερισμού, της ανεκτικότητας, της «διαβίωσης μαζί» και του «ποτέ ξανά». Αντικαθιστά αυτές τις θεμελιώδεις αρχές με μια ανταγωνιστική συνταγματική αφήγηση διαφωνίας σχετικά με τις βασικές αξίες. Δηλώνει ότι «εμείς, οι ευρωπαϊκοί λαοί», δεν είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε μαζί σε ένα πλουραλιστικό συνταγματικό καθεστώς. Είναι σαφές ότι η «πολιτική της δυσαρέσκειας» συνεπικουρούμενη από την συνταγματική αιχμαλωσία όχι μόνο αμφισβητεί τα θεμέλια της ΕΕ – ότι ιδρύθηκε για να φέρει την ειρήνη και την ευημερία στην Ευρώπη καταργώντας τη δυνατότητα του πολέμου και ενθαρρύνοντας την κοινή ανοικοδόμηση των οικονομιών – αλλά παρουσιάζει ένα νέο ανταγωνιστικό συνταγματικό σχέδιο. Η «αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση» αναγνωρίζει ότι η ευρωπαϊκή πολιτεία αποτελείται από διάφορους λαούς και σέβεται τη ζωή και τους τρόπους των άλλων λαών.

Ωστόσο, για την ταυτόχρονη συναίνεση, «εμείς οι ευρωπαϊκοί λαοί» θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ορισμένα βασικά στοιχεία που μας δεσμεύουν, μας πειθαρχούν και μας φέρνουν μαζί. Διακυβεύω την αυτοπροσδιοριστικότητά μου ως μια έκφραση αυτού του είδους της εσωτερικής – προς τον εαυτό μου και προς τα έξω – ανοχής . Εδώ είναι που η πολιτική της δυσαρέσκειας επιχειρεί ένα θανατηφόρο πλήγμα σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η συνταγματική αιχμαλωσία που βασίζεται στη δυσαρέσκεια προκαλεί την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και την αμοιβαία εμπιστοσύνη με θεμελιώδη τρόπο . Προτείνει την ανατροπή του  ” για μια ακόμη στενότερη ένωση μεταξύ των λαών της Ευρώπης” σηματοδοτώντας μια σκοτεινή στροφή προς τα μέσα. ( Η Ελλάδα αποτελεί το παράδειγμα μιας κυβέρνησης ιδιότυπου μανιχαικου τύπου αριστερόστροφου καπιταλισμού a la carte με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ). Δείχνοντας ότι ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία δεν σηματοδοτούν πλέον τα εθνικά συντάγματα και την πολιτική, υποστηρίζοντας ότι οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις μπορούν πλέον να ευδοκιμήσουν εντός της ΕΕ.

Αν υπάρχει ένα πράγμα που φοβούνται οι αυταρχιστές, είναι η ελεύθερη σκέψη και μια ενισχυμένη αίσθηση του πολίτη. Αυτό εξηγεί γιατί η «πολιτική της δυσαρέσκειας» δεν περιορίζεται  στα θεσμικά όργανα. Καταλαμβάνει τον δημόσιο λόγο, δημιουργεί νέους ήρωες αλλάζοντας το βάθρο της ιστορίας. Επιδιώκει να μετατραπεί σε “πολιτική της μνήμης” . Δηλαδή τρόπος με τον όποιο οι πολίτες να θυμούνται το πολιτικό παρελθόν τους . Η “πολιτική της δυσαρέσκειας” καταφεύγει σε αυτό που αποκαλώ “αιχμαλωσία μνήμης” που θέτει υπό αμφισβήτηση για παραδειγμα το “Εμείς, ο Ελληνικός η ο Ιταλικός   λαός” . Η “αιχμαλωσία μνήμης” βασίζεται σε μια συστηματική αποδυνάμωση της προσέγγισης για το παρελθόν, η οποία επιτρέπει την ακρόαση όλων των φωνών. Προσφέρει μια πιο πεπλατυσμένη και μονοδιάστατη εξήγηση σχετικά με την εθνική μας ταυτότητα ( βλέπε τον πρόσφατο πόλεμο σχετικά με τον διαχωρισμό εκκλησίας- κράτους , την θρησκευτική ουδετερότητα , την αναθεώρηση του συντάγματος , το μακεδονικό ζήτημα κλπ) .

Η αιχμαλωσία μνήμης είναι διεκδικητική. Για παράδειγμα ο συλλογισμός είναι : η Ελλάδα και οι Έλληνες έχουν υποφέρει τόσο πολύ στο παρελθόν που τώρα δικαιούνται περισσότερο σεβασμό και αναγνώριση για τα δεινά τους. Η Ελλάδα έχει δικαιολογημένες προσδοκίες να είναι αποδέκτης, όχι εκχωρητής , επειδή έχουμε ήδη δώσει πάρα πολλά και τώρα πρέπει να αντισταθούμε για όλες τις θυσίες και τα βάσανα. Βασικά για την ανάλυσή μου, η αιχμαλωσία της μνήμης συνίσταται στην υποδούλωση του παρελθόντος μέσα σε μία κυρίαρχη αφήγηση και, ως εκ τούτου, συνεπάγεται μια ανισορροπία στη συλλογική μας μνήμη και με τον τρόπο που κοιτάζουμε το παρελθόν.

Ορισμένα στοιχεία προβάλλονται περισσότερο , ενώ άλλα που δεν ταιριάζουν με το γενικό σκεπτικό και την αφήγηση υποβαθμίζονται στα περιθώρια του δημόσιου λόγου, καταδικάζονται και στο τέλος τιμωρούνται. Τελικά, η ιστορική συζήτηση χαρακτηρίζεται από μια ανισορροπία και ασυμμετρία.

Σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται η εικόνα της κακής η επιλεκτικής μνήμης, παραμορφώνοντας την ανάγνωση της εθνικής μας ιστορίας και του παρελθόντος. Η υψηλή ρητορική που υιοθετείται είναι πάντα η ίδια: για να προστατεύσουμε το καλό όνομα της Ελλάδας , της Ιταλίας , της Ισπανίας κοκ . Κάτω από την επιφάνεια, όμως, παραμονεύουν τα αληθινά κίνητρα πολιτικών : την άρνηση της ιστορικής αλήθειας με την αποθάρρυνση εκείνων που τολμούν να μιλούν ειλικρινά, για παρελθόντα γεγονότα. Η “καταγραφή μνήμης” και η “εσφαλμένη μνήμη” υπαγορεύουν ένα όραμα του παρελθόντος που είναι μονοδιάστατο: υποφέραμε και οι άλλοι πάντα σχεδιάζουν εναντίον μας. Όποιος αντιπαλεύει την κατανόησή μας για το παρελθόν μας, χαρακτηρίζεται σχεδόν ακαριαία ως ψεύτης και προδότης.

Η φυγή προς τα εμπρός εξαρτάται από την ικανότητά μας να επανατοποθετούμε τον εαυτό μας σε σχέση με την ιερή αφήγηση μιας ” στενότερης ένωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης” και να εγκαταλείψουμε την παρηγορητική πεποίθηση ότι με κάποιο τρόπο η Ευρώπη θα βρει έναν τρόπο στο τέλος να τα καταφέρει. Η πρόκληση είναι να οικοδομηθεί ένα εννοιολογικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της «πολιτικής της δυσαρέσκειας». Το επιχείρημά μου είναι ότι ένα τέτοιο εννοιολογικό πλαίσιο θα πρέπει να επικεντρώνεται γύρω από τις βασικές προκλήσεις που θα παρουσιαστούν ως ένα μίγμα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

Αυτό σημαίνει να επαναλάβουμε τις ξεχασμένες αφηγήσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (διάσταση του παρελθόντος), επανεξετάζοντας την ευρωπαϊκή προοπτική του σήμερα (διάσταση του παρόντος) και, τέλος, ανοίγοντας και υιοθετώντας νέες όψεις (διάσταση του μέλλοντος και της γλώσσας που χρησιμοποιούμε μιλώντας σήμερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση). η πρόκληση αξιόπιστων δεσμεύσεων που υποστηρίζονται από βιώσιμους μηχανισμούς επιβολής και, τέλος, η πρόκληση της ανύψωσης και ο εναγκαλισμός με τον “άλλον” ως μέρος του ευρωπαϊκού πλουραλιστικού συνταγματισμού. Η “πολιτική της δυσαρέσκειας” χτυπά τη βάση του κοινωνικού ιστού: την εμπιστοσύνη. Αποξενώνουν, αποκλείουν, καταστρέφουν τον παλιό κόσμο και τις αφηγήσεις χωρίς να προσφέρουν νέες εναλλακτικές λύσεις εκτός από τον αποκλεισμό και τη δυσπιστία. Βασικά, στο τέλος καταλαμβάνουν το κράτος, τα θεσμικά όργανα, τις συνταγματικές και ιστορικές αφηγήσεις, σφραγίζουν τον χώρο για την ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών και παγκόσμιων απόψεων. Καθώς προσπαθούμε να προχωρήσουμε μπροστά, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί σε ένα συνταγματικό καθεστώς, με εσωτερικά αποκλίνουσες απόψεις , αλλά πάντοτε σε θέση να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις που θέτει η νέα πραγματικότητα;

Με την πολιτική της δυσαρέσκειας στην καρδιά της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης, με την εκκωφαντική παθητικότητα, την έλλειψη πολιτικής ηγεσίας και τη συνταγματική φαντασίωση των ευρωπαϊκών ελίτ οπου η «συνταγματική αιχμαλωσία » αποκτά καθεστώς νέου συνταγματικού δόγματος , η πρόκληση της αλληλεπικάλυψης , της συναίνεσης και ανοχής για τον «Άλλον» δεν ήταν ποτέ πιο δραματική. Το “δεν θα συμβεί σε εμάς” δεν αποτελεί πλέον επιλογή…

Ο Στράτος Γεραγώτης είναι διδάκτωρ Νομικής του Παν/μιου των Βρυξελλών

 

 

 

 

Τελευταια απο ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Πηγαινε στην Αρχη